31 Οκτ 2008

Από τις νευρώσεις στις φαντασιώσεις

Αν ήταν οποιοσδήποτε άσημος σκηνοθέτης στη θέση του, θα εγείρονταν πλήθος αντιρρήσεων για την τουριστική ματιά του πάνω στην Βαρκελώνη. Αλλά ο Γούντι Άλεν την σκαπουλάρει, βρισκόμενος εκ θέσεως στο απυρόβλητο. Tα διασημότερα μνημεία της πόλης παρελαύνουν στην τελευταία του ταινία, Vicky Cristina Barcelona. Ήταν υποχρεωμένος βάσει του συμβολαίου που είχε υπογράψει, να εντάξει στην ταινία του τα βασικά τουριστικά αξιοθέατα ; Ποσώς μας ενδιαφέρει.

Το καίριο και κύριο σημείο είναι ότι, εν αντιθέσει με τη Νέα Υόρκη, στην οποία έχει ζήσει, πονέσει, ερωτευτεί, η Βαρκελώνη παραμένει ξένη πόλη για τον καλό μας σκηνοθέτη, που κάποτε δήλωνε ότι δεν του αρέσει ο ήλιος. Η Βαρκελώνη θα μπορούσε κάλλιστα να χρησιμεύσει ως terra incognita, τόπος ταξιδιού, ανίχνευσης και ανακάλυψης. Θα μπορούσε από την άλλη, να χρησιμοποιηθεί ως απλό ντεκόρ για την εξέλιξη μιας ιστορίας, αυτόνομης, οικουμενικής, όπως συνέβη με το Λονδίνο στο Match Point.

Όμως ο Άλεν κάνει κάτι άλλο. Κατεβαίνει αρματωμένος με τις προϊδεάσεις του ή και ιδεοληψίες του περί μεσογειακής ιδιοσυγκρασίας. Φυσικά το χιούμορ του και η μοναδική του ικανότητα να γράφει διαλόγους, προστατεύουν την ταινία από το να ξεπέσει σε τουριστικό ντοκιμαντέρ. Στα συν προσμετρούνται και οι καλές ερμηνείες, τις οποίες σχεδόν πάντα αποσπά από τους ηθοποιούς του. Η αντίληψή του ωστόσο για την ισπανική ταυτότητα μπορεί να χαρακτηριστεί επιφανειακή και ρηχή. Ίσως ως σεναριογράφος-σκηνοθέτης όφειλε, πριν ξεκινήσει την ταινία, να μελετήσει τον καταλωνικό πολιτισμό, όπως ακριβώς κάνει στην ταινία η μία εκ των τριών ηρωίδων του !

Όλα μοιάζουν να λειτουργούν στο επίπεδο της εξιδανίκευσης : οι γυναίκες αποτελούν ιδεατούς τύπους και όχι χαρακτήρες με σάρκα, οστά, ιστορία. Αφενός ως προς το θεατή, που παρακολουθεί την ενσάρκωση γενικών χαρακτηριστικών όπως συντηρητισμός (Vicky), αυθορμητισμός (Cristina), αυτοκαταστροφή (Maria Elena), στα όρια του στερεότυπου. Αφετέρου ως προς τον ίδιο τον σκηνοθέτη, που παρουσιάζει τρεις τελείως διαφορετικούς τύπους γυναικών-φετίχ. Ο φακός τις παρακολουθεί να αλλάζουν ρούχα, να ποζάρουν, να ποθούν και να προκαλούν τον πόθο. Πρόκειται για λαμπερή ομορφιά πάνω όμως από μια πικρή πραγματικότητα, καθόσον οι ηρωίδες αποδεικνύονται ελλειμματικές, ανίκανες να αγαπήσουν πραγματικά και να αγαπηθούν. Πλήρως αποτυχημένες συναισθηματικά, «χρόνια δυσαρεστημένες», πορεύονται δίχως πυξίδα στο πουθενά.

Ο Άλεν ανακάλυψε (στις ταινίες του) καθυστερημένα τις γυναίκες, αφοσιώθηκε κατόπιν σε αυτές, δημιουργώντας αξέχαστους χαρακτήρες. Είναι απορίας άξιο πώς αντιμετωπίζει με τόσο κυνισμό και τέτοια ψυχρότητα τις νεαρές υπάρξεις της ιστορίας του… Τις θωπεύει με την κάμερά του, δίχως να επιχειρεί ένα άλμα έξω από τον κύκλο της - ανεκπλήρωτης - αυτοαναφορικής επιθυμίας. Του αρκεί που το όνομά του τού παρέχει τη δυνατότητα να κλείνει θελκτικές σταρ με την κατώτατη αμοιβή.

Οι αντρικοί χαρακτήρες της ταινίας δεν πάνε πίσω. Ο Μπαρντέμ καταβάλλει προσπάθεια για να προσδώσει ανθρώπινα χαρακτηριστικά σε ένα κλισαρισμένο ήρωα, που αντιπροσωπεύει τον άντρα που λόγω θωριάς δεν ήταν ποτέ ο σκηνοθέτης μας. Για να μην μιλήσουμε για το σύζυγο της Vicky, πρότυπο αδιάφορου γιάπη, άχρωμου και άχαρου, ιδανικού αντιπροσώπου της αμερικάνικης ωφελιμιστικής και πουριτανικής κουλτούρας. Ο Άλεν έχει και στο παρελθόν στρέψει τα βέλη του ενάντια σε αυτή την κουλτούρα, την οποία απεχθάνεται. Αλλά στο Vicky… το κάνει άγαρμπα και δίχως χιούμορ. Βέβαια παρατηρείται μια ουσιώδης διαφορά ανάμεσα στους άντρες και τις γυναίκες : Ο άντρας, απελευθερωμένος ή συντηρητικός, ηδονιστής ή υπολογιστής, κατακτά με άνεση το στόχο του, που είναι η καθυπόταξη της γυναικείας φύσης, με στόχο είτε την απόλαυση είτε τη δημιουργία οικογένειας. Η ταινία ξεκινά, εξελίσσεται, καταλήγει με τις γυναίκες στο επίκεντρο. Αλλά οι άντρες, κακοί σύζυγοι, ψυχρά ρομπότ, διαθέτουν αξιοζήλευτη αποτελεσματικότητα και ικανότητα προσαρμογής. Οι γυναίκες, ταλαντεύονται, πολεμούν, αναζητούν, δίχως ορατά οφέλη. Η ζωή κάνει κύκλους γύρω από τον εαυτό της μόνο για αυτές.

Τα σημάδια της ηλικίας είναι πλέον φανερά. Ο Άλεν, αντίθετα από έναν άλλο αμερικανό στην Ευρώπη, τον Χένρι Μίλλερ, δεν περιγράφει τα βιώματά του, αλλά τις φαντασιώσεις του. Αντίθετα από τον ισπανό Μπουνιουέλ, δεν εντάσσει τους χαρακτήρες τους σε ένα πλέγμα συμβολικών σχέσεων εξουσίας, ίσως γιατί δεν πήρε ποτέ κριτικές αποστάσεις από την αστική τάξη, στην οποία ανήκει αυτός και οι ήρωές του.

4 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Μιλώντας για γυναίκες, επισκέφτηκα τους προτεινόμενους σύνδεσμους (γιατί δεν είναι δεκαέξι χιλιάδες όπως συνηθίζεται αλλού) και είναι γυναίκες και οι τρεις. Να τρία δείγματα γυναικών τόσο διαφορετικά, όπως μου φαίνονται. Η μία ακαθόριστη, η άλλη συγκεκριμένη και η άλλη γνώριμη. Αν το πάρω ανάποδα (σε σχέση με τη σειρά που τις έχω τώρα κατά νου) η μία είναι γυναίκα που θα περίμενα να γνωρίσω σε κάποιο μεζεδοπωλείο, στο θέατρο ή στο μανάβη (αν πήγαινα και στα δύο), την άλλη σχεδόν παντού, στη σχολή, στο σινεμά, στο ασανσέρ ή στο παγκάκι και την παράλλη δεν έχω ιδέα.
Τα λένε πολύ διαφορετικά και οι τρεις, που αναρωτήθηκα αν υπάρχει «γυναικεία γραφή» εκεί που πιστεύω ότι υπάρχει και τη μυρίζεσαι πέντε χιλιόμετρα μακριά. Η μία φαίνεται καλή για να τα πίνεις και να εκμυστηρεύεσαι, η άλλη για να τα λες και να γελάς, η άλλη να την κοιτάς μάλλον γιατί δεν την πιάνω ακριβώς από που έρχεται και που πάει. Η μια είναι από αυτές τις γυναίκες που είχες συμφοιτήτρια, συμμαθήτρια, κάτι και την κράτησες best friend για να μη το χαλάσεις άδικα το πράγμα, η άλλη αυτή που τα έχει με κάποιον άλλο και έτσι εσύ κάνεις παράλληλα τη ζωή σου, η άλλη μάλλον από αυτές που την έχεις δει τρεις φορές μέσα σε πέντε χρόνια και κάποια κουβέντα είπε σε εσένα ή στον διπλανό σου και σου έμεινε έτσι
όπως την είπε με τρόπο, μα δεν της λες και πολλά-πολλά εκτός αν έχεις πιει λίγο παραπάνω. Τώρα που το σκέφτομαι είναι σαν στερεότυπα αυτά που λέω (με κατηγορούν συχνά για αυτό) αλλά θα είναι η κριτική για την ταινία που μου πυροδότησε το φυτίλι.
Λένε πως δεν περιστρέφονται όλα γύρω από τις γυναίκες όμως εγώ βλέπω όλα εκεί να καταλήγουνκαι να ξεκινάνε και να τελειώνουν και σε αυτές που δεν είχαν σημασία και σε αυτές που είχαν. Μόνο που αυτές φαίνονται να ξέρουν καλύτερα τί θέλουν, άλλες είναι μεθοδικές και το αποκτούν άλλες λέγεται πως καίγονται σαν τις πεταλούδες, αν κι εγώ δεν είδα στην πραγματική ζωή ποτέ καμία να το παθαίνει. Οι γυναίκες όσο σπαστικές ή γλυκές και να είναι είναι ένας μπελάς απ’τον οποίο δε βάζεις μυαλό. Μεταξύ μας καμιά φορά αυτές είναι πιο έτοιμες κι εμείς που και που αργόστροφοι, αλλά μη βγει παραέξω.
Μια που εδώ τα σχόλια παίζουν με ελεύθερους συνειρμούς είπα να αφήσω κι εγώ τον δικό μου. Μην παρεξηγηθούν οι κοπέλες/κυρίες για ότι είπα, αν και κακό δε ν είπα νομίζω.
Πάω να πιω καφέ γιατί δε βγαίνει αλλιώς η μέρα και το διάβασμα.
Το Hunger το είδες;
Μπορεί και να ξαναεπιστρέψω λοιπόν.
Κ.Αναγνώστου.

ΥΓ. Μου φαίνεσαι μεγαλύτερος από εμένα, αλλά έχω αφήσει τον πληθυντικό στις προηγούμενες γενιές να τον χρησιμοποιούν ακόμα.

Γιώργος Σταματιάδης είπε...

Όντως διαφορετικές.
Βέβαια τα φαινόμενα απατούν πολλές φορές.

Ο Άλεν πέφτει στην παγίδα της γενίκευσης.

Γυναικεία γραφή υπάρχει;

Πάντως θεωρώ ότι γράφω αναλύσεις και όχι κριτικές, ελπίζω να μην αυταπατώμαι...

Το Hunger δεν το είδα.

Εις το "επανιδείν" λοιπόν.

ΓΙΑΝΝΗΣ είπε...

Συμφωνώ εν μέρει, αλλά πολύ αυστηρή τη βρίσκω την κριτική.
Με τα στερεότυπα και τους ιδεατούς/αντίθετους χαρακτήρες έπαιζε πάντα ο Γούντι. Όπως και με τις πόλεις-φετίχ (Ν. Υόρκη, Λονδίνο).
Γενικά όμως τον βρήκα ανανεωμένο και ανάλαφρο, όπως τον μάθαμε και τον αγαπήσαμε, με σπαρταριστές ατάκες, ακούραστους διαλόγους, βαθιές ερμηνείες και μαεστρική σκηνοθεσία. Και με εξέπληξε ευχάριστα αυτή η "επιστροφή" μετά τα κάπως βαριά και φιλοσοφίζοντα έργα του τα προηγούμενα χρόνια.
Αυτό που με χάλασε κυρίως στο Βίκυ ήταν ο αφηγητής.
Είναι όντως μια ταινία για τις γυναίκες, την αναποφασιστικότητα, την αστάθεια και την ανασφάλειά τους. Αλλά τελικά κι εν τέλει μία ταινία για την αναποφασιστικότητα, την αστάθεια και την ανασφάλεια όλων μας. Γι' αυτή την πανανθρώπινη διάσταση κρατάω ως φράση-κλειδί το μότο της Κριστίνα: "Πάντα ήξερα μόνο τι δεν θέλω".

Γιώργος Σταματιάδης είπε...

Γιάννη,
Δεν θα διαφωνήσω ότι το αισθητικό-καλλιτεχνικό επίπεδο της δουλειάς του Γούντι παραμένει υψηλό. Σαφώς και μπορείς να βρεις θετικά στοιχεία στην ταινία, η οποία απέχει παρασάγγας από ό,τι κυκλοφορεί γενικότερα. Απλώς θεωρώ ότι το VCB είναι μία προσωπικής κατανάλωσης ταινία, με την οποία ο Γούντι ούτε επεκτείνει την προβληματική του ούτε καταφέρνει να συγκινήσει ένα ευρύτερο κοινό. Ο Γούντι έκανε μεγάλο όνομα γιατί δεν παρέμεινε εγκλωβισμένος στις νευρώσεις του, αλλά τις υπερέβη με χιούμορ και αυτοσαρκασμό. Εδώ μου φαίνεται περιορισμένος και αυτοαναφορικός.