
Post (verb) : to leave an electronic message on a website και επισης post-(prefix) : after or later than-----dictionary.cambridge.org
Καταρχάς, καθώς χάνεται η ανθρώπινη υπόσταση του ηθοποιού, επηρεάζεται η δυνατότητα ταύτισης με τους πρωταγωνιστές και άρα όλη η (παραδοσιακή) διαδικασία θέασης της ταινίας. Μπορεί ακόμα να λεχθεί ότι το Avatar ανοίγει το δρόμο για το «συμμετοχικό» κινηματογράφο: φαίνεται ότι δεν θα αργήσει η εποχή όπου κάθε θεατής θα λαμβάνει μέρος στη δράση, υποδυόμενος προεπιλεγμένους ή και διαμορφωμένους από τον ίδιο χαρακτήρες, καθορίζοντας την εξέλιξη της πλοκής και κατασκευάζοντας την προσωπική ταινία ανάλογα με τα γούστα του και τις επιθυμίες του. Η matrixοειδής σύνδεση επιστημόνων-avatar αποτελεί το προεόρτιο της σύνδεσης θεατή-χαρακτήρα, την πρόγευση της απόλυτης επικράτησης της εικονικής πραγματικότητας και του υποκειμενισμού.
Σε έναν τέτοιο κόσμο βέβαια, η επιρροή του σκηνοθέτη-δημιουργού-καλλιτέχνη θα μειώνεται σταδιακά και επικίνδυνα. Θα περιορίζεται στην κατασκευή σκηνικών-πλαισίων δράσης και γλωσσικών ιδιωμάτων, όπως η γλώσσα των Ναβίι που δημιουργήθηκε από το μηδέν για τις ανάγκες τις ταινίας. Φαίνεται ότι ο Κάμερον πριονίζει το κλαδί πάνω στο οποίο κάθεται. Δεν θα πρόκειται πλέον για κινηματογράφο, τουλάχιστον όπως τον έχουμε συνηθίσει, αλλά για παιχνίδια εικονικής πραγματικότητας τύπου eXistenZ (Κρόνενμπεργκ).
Ο κινηματογράφος πηγάζει από το θεμελιώδη μύθο της ανασύστασης της εξωτερικής πραγματικότητας, της πιστής και αδιαμεσολάβητης αναπαράστασης του κόσμου. Με το Avatar ξεθεμελιώνεται αυτός ο μύθος, στο βωμό της ακέραια προσωπικής και ανεπανάληπτης δημιουργίας. Πρόκειται για ένα είδος εικονογραφημένου placebo, το οποίο ωστόσο δεν μπορεί να είναι αποτελεσματικό δίχως μια στέρεα αναφορά στην πραγματικότητα. Η μαγεία του φανταστικού βασίζεται στην αληθοφάνεια του πραγματικού. Οι δύο κόσμοι δεν πρέπει να συμπίπτουν-ταυτίζονται. Πρέπει ο θεατής να θεωρεί αληθοφανή όσα (φανταστικά) συμβαίνουν για να σκιρτήσει, να συγκινηθεί.
Στο σύμπαν του Avatar ωστόσο, τα πάντα είναι επινοημένα. Χρειάζονται ισχυρές δόσεις παιδικής αφέλειας για να λειτουργήσει. Εξού και η αναγκαιότητα της τρισδιάστατης απεικόνισης, που ωθεί τον εγκέφαλο να υιοθετήσει μια πιο ενεργή στάση απέναντι στα δρώμενα. Αλλά μάλλον δεν αρκεί: Ο Κάμερον αφήνει ελάχιστο περιθώριο στη φαντασία και στη δημιουργική ερμηνεία του θεατή. Το κενό αυτό φυσικά δεν μπορεί να καλύψει καμιά τεχνολογική εξέλιξη.
Εκεί όπου έχει πετύχει διάνα ο Ρίτσι είναι στην επιλογή των ηθοποιών για τους βασικούς ανδρικούς χαρακτήρες. Ο Σέρλοκ είναι ένας ημιπαράφρων, αλλά παράλληλα καθημερινός ήρωας και χρειαζόταν ένας αναλόγου βεληνεκούς και «τρόπου» ηθοποιός να τον ενσαρκώσει. Να κυλιέται στη λάσπη, να παλεύει, να πειραματίζεται, να μεταμφιέζεται και να φλερτάρει, χωρίς να γίνεται υπεράνθρωπος. Ο Ντάουνινγκ γεμίζει, δίχως μάλιστα να προσπαθεί ιδιαίτερα, την οθόνη, βρίσκοντας πάντα το σωστό τόνο και ύφος. Εκεί όπου πάσχει η ταινία, είναι στη δραματική ανισορροπία, που δημιουργούν οι γυναικείοι χαρακτήρες, ελαφρώς ακατέργαστοι. Αλλά στο σύμπαν του Ρίτσι έτσι έχουν τα πράγματα: take it or leave it.
Στο απόγειο της βιομηχανικής εποχής-τέλη του 19ου αιώνα-ο Σέρλοκ οραματίζεται μελλοντικές εφευρέσεις. Πράγματι, μια μελλοντολογική-ιουλιοβερνική οπτική διατρέχει την ταινία. Η προμηθεϊκή μεγαλομανία μιας ολόκληρης εποχής βρίσκει τον καλύτερο εκφραστή της στο πρόσωπο του Σέρλοκ, τον οποίο χρειάζεται για να προλέγει το μέλλον, να προλαμβάνει το αύριο, να προηγείται των αντιπάλων. Ο Σέρλοκ δεν τα καταφέρνει πάντα, και η λογική τού χρησιμεύει κυρίως να εξηγεί εκ των υστέρων, παρά να αποτρέπει, εγκλήματα.
Ωστόσο, εκεί όπου ο λαός έχει κατακλυστεί από φόβο και η πίστη στο παραφυσικό και το μεταφυσικό κερδίζει έδαφος, ο Σέρλοκ, αντιμετωπίζει, χάρη στην υψηλή ευφυΐα του, το χάος των γεγονότων, επιμένοντας και εμμένοντας στην αλάνθαστη επαγωγική του μέθοδο. Ο Γκάι Ρίτσι απορρίπτει τη μαγεία και το θαύμα, ίσα-ίσα για να μας προσφέρει μια θαυματουργή κινηματογραφική εμπειρία, ένα μανιφέστο κατά της προκατάληψης και της αφέλειας, ή αλλιώς μια ωδή στον ορθολογισμό.
Ο ανθρωπιστής Ακίν μας δίνει -όπως πάντα- χαρακτήρες με σάρκα και οστά, με ελαττώματα και προτερήματα, με πάθη και λάθη. Όσον αφορά ιδίως στις ατέλειες και στα μειονεκτήματα, αυτά είναι εντέλει και σε κάθε περίπτωση συγχωρητέα. Πίσω από μια συμπεριφορά που πληγώνει ή στεναχωρεί, ο Ακίν εντοπίζει ένα υπόστρωμα ανθρωπιάς, που τον ωθεί να αντιμετωπίζει με συμπάθεια και κυρίως κατανόηση κάθε σφάλμα, μικρότητα ή κακία.
Η αισιοδοξία για την ανθρώπινη κατάσταση προηγείται και υπο-στηρίζει το πνεύμα συμφιλίωσης μεταξύ των λαών. Αλλά ο Ακίν ξέρει επίσης να διαχειρίζεται με σεβασμό και γνώση τις φυλετικές-εθνικές ταυτότητες. Κατ’ουσίαν προσφέρει μια δική του εκδοχή της παγκοσμιοποίησης, που απαιτεί ανοικτούς ορίζοντες, συναισθηματική εγρήγορση, εμπιστοσύνη και έχει ως τελικό στόχο τη μίξη διαφόρων πολιτιστικών στοιχείων, με σεβασμό στην ιδιαιτερότητα.
Από κει πέρα μιλάει το αδιαμφισβήτητο σκηνοθετικό ταλέντο του. Μουσικές, γεύσεις, χρώματα, βλέμματα, κινήσεις, χορός συνδυάζονται αρμονικά και αποθεώνονται σε ένα οργιαστικό πάρτι υπό τους ήχους των Olympians! Ο Ακίν ξέρει να δημιουργεί «σπιτική» φιλμική ατμόσφαιρα, προσκαλώντας μας να γευτούμε τα κωμικοτραγικά, περιποιημένα και όχι εξεζητημένα πιάτα που σερβίρει ως οικοδεσπότης.
Περισσότερο από μια ιστορία βίαιης και ταχύρρυθμης ενηλικίωσης, η ταινία της Λόνε Σέρφιγκ σε σενάριο του καλού Νικ Χόρνμπι, σκιαγραφεί το ψυχολογικό πορτρέτο μιας χαρισματικής κοπέλας, που στην προσπάθειά της να αποδράσει από το ασφυκτικό περιβάλλον της και το προδιαγεγραμμένο μέλλον της, γεύτηκε όχι τόσο τους «καρπούς της αμαρτίας», όσο το δηλητήριο της υπεροψίας.
Το κλίμα της ταινίας αναδίδει κάπου-κάπου ένα «σκορσέζικο» άρωμα –αυτό της καθόδου προς την κόλαση- ιδίως όταν η σκηνοθέτης εστιάζει στις νυχτερινές περιπλανήσεις της πρωταγωνίστριας με τους νέους φίλους της. Όμως το κέντρο βάρους επανέρχεται γρήγορα στη μαθήτρια που διδάσκεται μέσω της λογοτεχνίας το ιδεώδες της αυτοπραγμάτωσης, ενώ γύρω της οι πάντες εκτελούν μηχανικά προειλημμένες αποφάσεις και ενσαρκώνουν άτεγκτους, παραδοσιακούς ρόλους.
Σφυρηλατημένη με το ιδανικό της κοινωνικής καταξίωσης ως κορύφωσης της γονεϊκής ματαιοδοξίας, η πρωταγωνίστρια υιοθετεί ακόμα πιο ακραίες και ατομικιστικές στάσεις, στις παρυφές του αιτήματος για κοινωνική αλλαγή. Είναι συνεπώς λάθος να εκλαμβάνεται η ρομαντική της περιπέτεια ως παρεκτροπή από το κοινώς παραδεκτό για τις καλές μαθήτριες της μικρομεσαίας τάξης πρότυπο. Μάλλον συνέχειά του αποτελεί, με άλλα μέσα, γι’αυτό και οι γονείς-κατά μια σεναριακώς έξυπνη παραδοχή-δεν αντιστέκονται, αλλά επικροτούν τη σχέση της με τον καταφανώς μεγαλύτερο, ωστόσο φτασμένο, άντρα.
«Οι περισσότεροι άνθρωποι βλέπουν την τύχη σαν ένα περιθωριακό φαινόμενο. Θεωρούν ότι ελέγχουν τη ζωή τους, ότι ελέγχουν τη μοίρα τους και ότι ορίζουν την τύχη τους. Αλλά η αλήθεια είναι ότι είμαστε όλοι έρμαια των ιδιοτροπιών της μοίρας»
Ο Γούντι Άλεν στην κωμωδία του υπό τον τίτλο Whatever Works (μεταφρασμένη άστοχα στα ελληνικά «Κι αν σου κάτσει;») διατυπώνει δύο θεμελιώδεις και αλληλένδετες σκέψεις: πρώτον ότι σε ένα «βουβό» σύμπαν ο καθένας μπορεί να βρει την ευτυχία, δοκιμάζοντας διαρκώς νέα πράγματα μέχρι να ανακαλύψει τι του ταιριάζει περισσότερο και δεύτερον, προκειμένου να το πετύχει αυτό, πρέπει να αποδεσμευτεί από προκαταλήψεις, εμμονές και ιδεοληψίες, και να απελευθερώσει τον εσωτερικό, «πραγματικό» εαυτό του. Όλα αυτά φυσικά δεν αποτελούν σίγουρες συνταγές επιτυχίας, καθότι το τυχαίο παραμονεύει παντού και πάντοτε.
Ο Άλεν καταθέτει το απόσταγμα πολλών δεκαετιών ζωής, σκέψης, αναζήτησης, επιστρέφοντας στα πάτρια (νεοϋρκέζικα) εδάφη μετά από πενταετή ευρωπαϊκή περιπλάνηση και επικαιροποιώντας ένα δικό του παλιότερο σενάριο. Όσο και αν οι χειμαρρώδεις μονόλογοι του και οι βιτριολικές ατάκες του ενάντια στο φανατισμό και τη βλακεία προσφέρουν ακόμα άφθονο γέλιο, μπορεί κανείς εύκολα να διακρίνει ορισμένα σημάδια κόπωσης, ευκολίας, σχηματοποίησης και διδακτισμού.
Η σκηνοθετική ανάπτυξη λοιπόν των βασικών ιδεών του είναι ανεπαρκής. Δυστυχώς, αυτές δεν αναδεικνύονται μέσω της δραματουργίας, αλλά προσφέρονται ως έτοιμη τροφή στο θεατή, και αυτό αποτελεί μέγιστο αμάρτημα για ένα καλλιτέχνη και μάλιστα του μεγέθους ενός Γούντι Άλεν. Επίσης, τα κύρια θύματα των σατιρικών βελών του, δηλαδή οι εκπρόσωποι της βαθιάς Αμερικής, είναι εύκολοι στόχοι. Μεταξύ ενός κόσμου δίχως νόημα και του ατόμου, δεν μεσολαβεί τίποτα, παρά μόνο ίσως το ζευγάρι. Ο πεσιμισμός, ο σκεπτικισμός και ο φαταλισμός δύσκολα συμβιβάζονται με τη θετική πίστη στην ευνοϊκή κατάληξη των πραγμάτων.
Ίσως δεν πρέπει να είμαστε τόσο αυστηροί. Εξάλλου, ο Άλεν βρίσκεται σε γενικές γραμμές στη σωστή-ιδεολογικά-όχθη. Αλλά το γεγονός αυτό δεν επαρκεί για να θεωρηθεί το Whatever Works μια απολύτως πετυχημένη ταινία.